βουρτσίζω


βουρτσίζω
[вурцизо] р. чистить щеткой.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βουρτσίζω" в других словарях:

  • βουρτσίζω — βουρτσίζω, βούρτσισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βουρτσίζω — (Μ βουρτσίζω και βυρτσίζω) 1. καθαρίζω κάτι με βούρτσα 2. γυαλίζω κάτι με βούρτσα. [ΕΤΥΜΟΛ. βουρτσίζω, το μσν. βυρτσίζω πιθ. < αρχ. βύρσα*] …   Dictionary of Greek

  • βουρτσίζω — ισα, ίστηκα, βουρτσισμένος, καθαρίζω ή γυαλίζω κάτι με βούρτσα: Βούρτσισα τα ρούχα και τα παπούτσια μου να φύγει η σκόνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ψηκτρίζω — ΝΜΑ [ψήκτρα] (σχετικά με άλογο) ξυστρίζω νεοελλ. καθαρίζω ή γυαλίζω με βούρτσα, βουρτσίζω μσν. βουρτσίζω προς τα κάτω …   Dictionary of Greek

  • αβούρτσιστος — η, ο [βουρτσίζω] αυτός που δεν ξεσκονίστηκε, δεν γυαλίστηκε ή δεν χτενίστηκε με βούρτσα …   Dictionary of Greek

  • βυρτσίζω — βλ. βουρτσίζω …   Dictionary of Greek

  • μεταψαίρω — (Α) προστρίβω, τρίβω, βουρτσίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. <μετ(α) * ψαίρω «κινούμαι, τινάζομαι»] …   Dictionary of Greek

  • ψήχω — ΝΑ καθαρίζω με τη βούρτσα, βουρτσίζω αρχ. 1. ξυστρίζω («ἱπποκόμοι ψήχοντες τοὺς ἵππους ψόφον ἐποίουν», Ξεν.) 2. τρίβω ελαφρά («φαρμάκῳ ἔψηχεν θηρὸς κάρη», Απολλ. Ροδ.) 3. φθείρω, καταστρέφω με την τριβή («πέτρην ψήχει χρόνος», Ανθ. Παλ.) 4. μτφ.… …   Dictionary of Greek